Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Flash Of Genious


Η ιδιοφυία θεωρείται από πολλούς  κάτι μακρινό, απρόσιτο και περίεργο. Σαν το ουράνιο τόξο, που έχει πέντε χρώματα. Πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο…και μπλε. Το βλέπεις, ξέρεις ότι υπάρχει, αλλά όσο προσπαθείς να το πλησιάσεις τόσο αυτό απομακρύνεται. Και φυσικά, δεν μπορείς να θυμηθείς τι σου είχαν πει στο δημοτικό σχετικά με τον τρόπο που δημιουργείται. Έτσι, περνάει στην σφαίρα του ακατανόητου, για την οποία το μόνο που γνωρίζεις είναι ότι είναι στρογγυλή.

Δεν ισχύει το ίδιο βέβαια και για εκείνους οι οποίοι είναι, η έχουν εκλάμψεις ιδιοφυίας. Αυτοί βλέπουν τις σφαίρες σφαιρικές και όχι στρόγγυλες, τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη. Και φυσικά, θυμούνται πώς δημιουργείται πραγματικά το ουράνιο τόξο, και ξέρουν ακριβώς πόσα χρώματα έχει και ποια είναι αυτά. Η διαφορά μεταξύ εκείνων που δεν ξέρουν να διαχωρίσουν το στρόγγυλο από το σφαιρικό, και εκείνων που ξέρουν, θέλω να πιστεύω ότι είναι προϊόν δημιουργικής χρήσης του κρανίου τους και ότι αυτό περιέχει, και όχι εκ γεννήσεως ιδιότητα του περιεχομένου του.

 Σίγουρα, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, δηλαδή οι πραγματικά ιδιοφυείς άνθρωποι, που όλοι λίγο πολύ τους ξέρουμε ή τους έχουμε ακουστά, επειδή έχουν αφήσει κάποιο έργο πίσω τους. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που άφησαν ένα έργο πίσω τους, και μόλις γύρισαν το κεφάλι κάποιος άπλωσε το χέρι το άρπαξε, όπως ο Μεούτσι, ή ο Κέρνς. Η διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου είναι πως ο Μεούτσι δικαιώθηκε μετά θάνατον, ενώ ο Κέρνς όσο ζούσε. Το κοινό τους στοιχείο είναι πως και οι δύο, κάποια στιγμή στην ζωή τους, είχαν μία «έκλαμψη ιδιοφυίας», μια ανάποδη μανιβελιά στο μυαλό τους, που τους ώθησε στην δημιουργία μιας μοναδικής εφεύρεσης. Πριν να συμβεί αυτό, ήταν απλώς έξυπνοι. Μετά από αυτό, έγιναν ιδιοφυείς. Με την νομική της έννοια, όσον αφορά το δίκαιο των ευρεσιτεχνιών, δηλαδή τις πατέντες κατοχύρωσης μιας εφεύρεσης,  η «έκλαμψη ιδιοφυίας» είναι η στιγμή εκείνη κατά την οποία ο εφευρέτης δέχεται στο κρανίο του μία επιφώτιση, κάτι που τον κάνει να κατεβάσει μία ιδέα για να φτιάξει κάτι διαφορετικό από αυτό που συνηθιζόταν μέχρι τώρα.

Αν τους γνωρίζαμε πριν την έκλαμψη ιδιοφυίας τους, ίσως μπορούσαμε να ταυτιστούμε μαζί τους, γιατί θα διαπιστώναμε πως ήταν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, όπως και εμείς. Αν συνεχίζαμε να τους γνωρίζουμε και μετά από αυτήν, ίσως προβληματιζόμασταν σχετικά με το «γιατί αυτός και όχι εγώ;», που δεν είναι καθόλου λάθος σκεπτικό. Στην πραγματικότητα, όλοι μπορούμε να έχουμε μια έκλαμψη ιδιοφυίας, που θα μαυρίσει την γούνα μας και θα μας κάνει να ξεχωρίζουμε, τουλάχιστον οπτικά, από το υπόλοιπο κατάλευκο κοπάδι. Και δεν είναι απαραίτητο αυτό το κάτι να είναι μια τεχνολογική εφεύρεση. Μπορεί να είναι απλά μια σκέψη, που θα γίνει στάση ζωής και θα αλλάξει την καθημερινότητά μας προς το καλύτερο.

Και αυτό, όσο και αν ακούγεται περίεργο, είναι ρόκ. Είναι καθαρά, μια κίνηση κόντρα στο ρεύμα. Το αποτέλεσμα που θα δώσει η κίνηση, είναι καθαρά θέμα των δικών μας επιλογών, των ελιγμών μας δηλαδή κόντρα στο ρεύμα. Όλα ξεκινάν βέβαια από την απόφασή μας να κινηθούμε, και να μην αφήσουμε την ευκαιρία να μας προσπεράσει, ή ακόμα χειρότερα, να μην την προσπεράσουμε εμείς. Η απόφαση αυτή, η επιλογή δηλαδή μεταξύ αδράνειας και δράσης, είναι τις περισσότερες φορές η πιο δύσκολη κίνηση. Αν γίνει όμως, τα πράγματα γίνονται όλο και πιο απλά, και μερικές φορές εύκολα. Αρκεί να το πιστέψει ένας άνθρωπος, και το ουράνιο τόξο θα μπαστακωθεί εκεί που βρίσκεται, για να μπορέσουμε να πάμε και να το αγγίξουμε.

Δεν έχει σημασία αν θα αποτύχουμε. Σημασία έχει να θέλουμε να ξαναπροσπαθήσουμε, μέχρι να μας βγει αυτό που θέλουμε. Ο πιο ρόκ άνθρωπος που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω αυτοπροσώπως, ήταν γεμάτος από τέτοιες εκλάμψεις ιδιοφυίας, τις οποίες χρησιμοποιούσε με τρομερή δεξιοτεχνία. Για την ακρίβεια τις έπαιζε στα δάχτυλα. Όχι μόνο τις χρησιμοποιούσε όταν ερχόταν, αλλά όταν δεν ερχόταν τις περίμενε υπομονετικά, επειδή ήταν σίγουρος ότι θα έρθουν. Για εκείνον, αυτές οι εκλάμψεις ήταν τόσο φυσιολογικές όσο ο ρυθμός της αναπνοής του. Και τελικά, ερχόταν τόσο συχνά, που αναγκαζόταν να αφήνει πολλές αυτές στο συρτάρι, όσο καταπληκτικές και αν ήταν.

Ξεκίνησε στην ηλικία των 5 ετών, τραγουδώντας ένα τραγούδι σε ένα κακόφημο θέατρο της Αγγλίας. Όταν πέθανε ο μέθυσος πατέρας του, έφυγε για την Αμερική όπου προσλήφθηκε από ένα κινηματογραφικό στούντιο, ως ηθοποιός σε κωμωδίες. Από την πρώτη του εμφάνιση στο πλατό, απέδειξε στον εργοδότη του ότι δεν έκανε λάθος που είδε κάτι πάνω του να γυαλίζει, κάνοντας όλο το συνεργείο να ξεκαρδιστεί με μερικούς επιδέξιους αυτοσχεδιασμούς. Γρήγορα, του δόθηκε απόλυτη ελευθερία στα γυρίσματα, και πλέον σκηνοθετούσε ο ίδιος. Σενάρια εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν, όλα ξεκινούσαν από μία σκηνή, και από εκεί και πέρα έβλεπαν και έκαναν. Και αυτό, ήταν η ειδικότητά του. Πολλές φορές, γύριζε την ίδια σκηνή ξανά και ξανά, αδιαφορώντας για το κόστος, μέχρι να του βγει όπως ακριβώς ήθελε, μέχρι και εβδομήντα ή εκατό φορές την κάθε μία. Αν στην πορεία του ερχόταν μια πιο αστεία ιδέα, κατέληγε να γυρίζει ολόκληρη την ταινία από την αρχή για να μην υπάρχουν κενά στην σύνδεση των γεγονότων. Αν τελικά δεν τον ικανοποιούσε το σύνολο, τις παρατούσε εντελώς και άρχιζε μια καινούρια. Οι ταινίες του είχαν πρωταγωνιστή τον ίδιο, σε έναν ρόλο που απλά κάθε φορά έκανε διαφορετικά πράγματα, αλλά διατηρούσε τον ίδιο χαρακτήρα. Ήταν αλήτης, ποιητής, gentleman, ονειροπόλος, ευγενικός, καλόκαρδος, άτυχος, φιλάνθρωπος, νευρικός, φιλειρηνικός, αδέξιος, οραματιστής, ανθρωπιστής.

Συνέχισε να γυρίζει ταινίες στο δικό του στούντιο, και πλέον πρωταγωνιστούσε, σκηνοθετούσε, δημιουργούσε το σενάριο, χορογραφούσε, έγραφε την μουσική, και ήταν ο παραγωγός τους. Ήταν αποκλειστικά και ολοκληρωτικά δημιουργήματα του μυαλού του, όπως ακριβώς τις φανταζόταν και τις ήθελε. Όταν οι υπόλοιποι έκανα ταινίες που να συμφωνούν και να χαϊδεύουν τα αφτιά της κοινωνίας, εκείνος την καυτηρίαζε και της έδειχνε κατάμουτρα τα λάθη της. Όταν οι άλλοι έκαναν ομιλούσες ταινίες, εκείνος συνέχισε να κάνει βουβές, με την ίδια επιτυχία όπως και πριν. Και όσο πιο δύσκολα γινόταν τα πράγματα για την κοινωνία, τόσο αυτός της την έμπαινε. Και σε μία χώρα τόσο πουριτανικά «σκεπτόμενη», τόσο υποκριτική και αρρωστημένα καθωσπρέπει, ήταν φυσικό να κατηγορηθεί και να κυνηγηθεί. Την εποχή της Ιεράς εξέτασης και του Μακαρθισμού, παραλίγο να κληθεί να καταθέσει για τα υποτιθέμενα φιλοκομμουνιστικά του αισθήματα. Ευτυχώς για τους επίτροπους, γιατί όπως είχε πει αργότερα ο ίδιος, αν τον καλούσαν, είχε σκοπό να εμφανιστεί με την στολή του «αλητάκου» από τις ταινίες του.

Ταξιδεύοντας με πλοίο για την Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 50, ενημερώθηκε εν πλω ότι οι Αμερικανικές αρχές είχαν αποφασίσει την απέλασή του από τις ΗΠΑ. Έτσι, δεν ξαναγύρισε πίσω. Εκτός από μία φορά, πολλά χρόνια αργότερα, το 1972, όταν τον κάλεσαν οι ίδιοι που τον είχαν διώξει, για να του δώσουν το όσκαρ «απεριόριστης συνολικής προσφοράς στην καθιέρωση του κινηματογράφου ως τέχνη».  Εκείνη την βραδιά, έλαβε το μεγαλύτερο και μακρυγορότερο χειροκρότημα, και μάλιστα ορθίων, στην ιστορία της Ακαδημίας, που κράτησε 5 ολόκληρα λεπτά. Ήταν πλέον γέρος, περπατούσε με δυσκολία και δεν αναγνώριζε πολλούς από τους παλιούς του φίλους. Όμως, σίγουρα πρέπει να ένοιωσε μια ικανοποίηση για όλα όσα είχε προσπαθήσει να κάνει.

Πέθανε στον ύπνο του τα Χριστούγεννα του 1977, σε ηλικία 88 ετών στο σπίτι του στο Βεβέ της Ελβετίας. Οι ταινίες του εξακολουθούν να εκπέμπουν την λάμψη της ιδιοφυίας του ακόμα και σήμερα. Κάποτε, είχε πει ότι ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του. Τελικά απόδείχτηκε, ότι ήταν ο πιο εγκάρδιος φίλος του. Ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν ο άνθρωπος στον οποίο θα μπορούσε να αποδοθεί τιμής ένεκεν, ή πατέντα της ευρεσιτεχνίας του γέλιου.


http://theflyingdutchmanblog.blogspot.gr/search/label/Think%20More

Δεν υπάρχουν σχόλια :