Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Δυο Καπνισμένες Μάνες (Lock, Stock And Two Smoking Mothers)



Το λεωφορείο ταλαντευόταν ανάμεσα σε άσφαλτο και κενά χώματος, κοινώς γνωστά ως λακκούβες, καθώς οι δύο ταλαίπωρες μανάδες έφταναν στον σταθμό των ΚΤΕΛ, με αναφουφουλιασμένα τα μαλλιά από τις τρομερές ειδήσεις.

Τόσα χρόνια είχαν το κούτελο ψηλά. Καβάλα πήγαιναν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνούσαν, καβάλα μαγειρεύανε, καβάλα και μοχθούσαν. Δηλαδή,  καμία δεν ήταν από την Καβάλα. Η μία από την Θεσσαλία και η άλλη από την Κρήτη. Και όλα αυτά για να ‘ναι τα φυντάνια τους αξιοπρεπή μέλη της κοινωνίας και όχι αξιοπρόσεχτα. Τόσα χρόνια κόπων και μόχθων όμως γινότανε στάχτη, στο άκουσμα των φοβερών νέων που ήχησαν στα αφτιά τους σαν πορδές αγριόχοιρων και τις είχαν κάνει να παρατήσουν τα χωριά τους και να τρέξουν προς σωφρονισμό των υιών των στην μεγαλούπολη. Καθώς το λεωφορείο απομακρυνόταν μέσα σε ένα σύννεφο ντιζελαιθαλομίχλης, έμειναν να κοιτάζουν με απορία τα νούμερα στην στάση. Τώρα; Ποιο λεωφορείο έπρεπε να πάρουν; Η πόλη φαινόταν τόσο αχανής όσο και πεινασμένη, έτοιμη να καταβροχθίσει δυό ξενηστικωμένες από το ταξίδι μανάδες που το μόνο που ήθελαν ήταν να βρουν τον δρόμο για τα σπίτια των γιών τους.


Δίνοντας τόπο στην οργή, η μία ρώτησε την άλλη σχεδόν ταυτόχρονα μήπως μπορούσε να ξεμπουρδουκλώσει αυτό το κουβάρι των δρομολογίων που ξεδιπλωνόταν στο τζάμι μπροστά τους σαν μακαρονάδα σε Κυριακάτικο γεύμα. Παρά την αδυναμία έκφρασης χρήσιμων πληροφοριών και από τις δύο κατευθύνσεις, το αλάνθαστο ένστικτο της μάνας έβαλε τα πράγματα στην θέση τους. Αναγνώρισαν η μια στα μάτια της άλλης την απόγνωση και την αγωνία να χορεύουν ταγκό σε αναμμένα κάρβουνα υπό την υπόκρουση τυμπάνων ζουλού. Τα ορθωμένα από την αντάρα μαλλιά τους, λες και συντονίστηκαν σαν κεραίες κινητής τηλεμανίας και μυστικά σήματα άρχισαν να πλανώνται στον αέρα.

Η συμπόνια για τον φανερό αναβρασμό ψυχής που αναγνώρισαν στους εαυτούς τους, τις έκανε να πάρουν την μεγάλη απόφαση, αρθρώνοντας μία και μόνο λέξη:

«Ταξί!»

Το πίσω κάθισμα ενός ταξί, μερικές φορές και κατά έναν περίεργο τρόπο, αποκτά τις ιδιότητες καναπέ ψυχολόγου. Έτσι, μόλις βολεύτηκαν τα ευτραφή τους κωλομέρια στην μαύρη δερματίνη, τα αίματα σβήστηκαν σαν τηγανιά σε κρασί και τα χέρια απέκτησαν την τάση να στρώσουν μηχανικά την ατημέλητη κόμμωση. Σειρά είχε η λεκτική ανακούφιση.

«Οφού…..ίντα τυράνια θεέ μου….»
«Αχ…μην τα συζητάτι, μην τα συζητάτι….»
«Οφού, τσαι να ξέρατε τι τραβάω…»
«Αχχ, να ξέρατι και ισείς τι τραβάου ιγώ…»

Από κει και πέρα η περιέργεια πήρε την σκυτάλη και ακολούθησε ένα εκπληκτικό πινγκ πόνγκ βασάνων που με τις επιδέξιες ρακέτες της εμπειρίας τους εκτόξευαν μεταξύ αριστερού και δεξιού πίσω παραθύρου. Και τα βάσανα πήραν σάρκα και οστά.

«…Και έτσ’ που λες, κυρά-Φωτεινή μ’. Ούτι που πατάει στη σχουλή του ποδάρι τ’ ου προυκουμένους μ’. Τηλιφώνσα στου πανεπιστήμιου να μι πουν τα χαμπέρια τ’ κι διν ήξιρα πού να κρυφτώ απ’ την ντρουπί μ’ σαν μ’ είπαν ότ’ δεν έχνε δει του μούτρου τ’ ντίπ. Κι έτς, παγαίνου τώρα να τουν βρω κι να τουν ξιδιηγήσου του ίνουρου τ. Θα τόνε σούρω απ' του τσουλούφ. Να την ξιχάς την σχουλή τ' και του καλό τς.»

«Άμ, αυτό ήτανε μόνο, τσυρά-Χριστίνα μου; Ίντα να πω τσαι εγώ που μου τηλεφώνησε η ξαδέρφη μου από την Θεσσαλονίκη τσαι ήβαλέ μου ψύλλους στα αφτιά; Τσαι έμαθα τση πομπές του κανακάρη μου, τσαι γίνηκα βούτσινο σε ολάκερο το Λασίθι. Έπαθε ο γιός μου τζέι. Που να βγω να τσυκλοφορήσω σ’ τση δρόμοι με το κοπέλι μου τσουτσουνοπνίχτη; Ποιός κατέει ποιός μου τον εξελόγιασε σ’ αυτή την κολασμένη πόλη; Τσαι έτσι, ήρθα να τόνε πάρω και να κρυψόμενε με τον άντρα μου τση πομπές του.»

Τότε η κυρά-Χριστίνα γέλασε και είπε πως δεν έφταιγε η πόλη. Ο άνθρωπος κάμει τα κουμάντα του όπως τα θέλει, και ας είναι και στην Κωλοπετινίτσα. Η  κυρά-Φωτεινή χαμογέλασε ειρωνικά δείχνοντας τον χρυσό κυνόδοντά της. Η πόλη όμως δεν είχε κάνει και τον δικό της κανακάρη κοπρόσκυλο, και είχε γράψει τα μαθήματα στα παλιά του τα παπούτσια; Δεν το είπε έτσι ακριβώς, αλλά με μια πιο, ας πούμε, λαϊκή έκφραση. Και το μάτι της κυρά Χριστίνας γυάλισε επικίνδυνα.

«Ο θκός μ’ τουλάχιστο τα γράφ’. Δεν τα πιάν’ να τα πασπατέψ’ κι να τα γλύψ’.»

«Ίντα πες, κυρά μου; Επαέ βάνω το χέρι μου στση φωτιά πως ο ψηλορείτης μου έχει τα πιό λεβέντικα παληκάρια μ’ ένα κούνημα τση κεφαλής του. Όχι σαν τον δικό σου που τού 'χονε μαραθεί τα απόκρυφά του από τα ποτά τσαι τα ξενύχτια».

«Άει πάαινε απου δω μαρί μι τουν πισουγλέντη ‘ς»
«Μπα που να σε φάνε τα διαόλια τσαι σένα τσαι τον ρεμπεσκέ τον γιόκα σου!»

Και εκεί που οι τρίχες των κεφαλιών τους είχαν στρωθεί κάπως, άρχισαν πάλι να εκτείνονται προς την οροφή του ταξί αλλά και να σκορπίζονται στο δάπεδο από το μαλλιοτράβηγμα. Όταν πια εκτονώθηκαν τα νεύρα τους, το ταξί είχε φτάσει στα μισά της διαδρομής. Δεν είχαν άλλα μαλλιά να βγάλουν, και η κίνηση του κέντρου θα τις καθυστερούσε για πολύ ακόμα μέχρι τον προορισμό τους. Έτσι, άρχισαν να συλλογίζονται αμίλητες, για πολλή ώρα, κοιτάζοντας από τα παράθυρά τους. Αντιμέτωπες σε αυτό το κοινωνικό ξεμάλλιασμα, είχαν βρεθεί να υπερασπίζονται αυτό που μέχρι πριν από λίγο κατέκριναν.


 «Ετσά ντροπής πράματα» σκέφτηκε η κυρά Φωτεινή. «Δεν έγινε δά τσαι κανένα έγκλημα. Κάτσε να το γνωρισόμενε το παληκάρι. Να αφήκομε τα παιδιά να ζήσονε την ζωή των. Τσαι, να ξανοίξει τσαι αυτή η ξεβράκωτη τι προχωρημένη μάνα που είμαι. Τουλάχιστον δεν είναι ρέμπεσκος ο ψηλορείτης μου.»

«Άει, το ‘χασα μι φαίντι.» Συλλογίστηκε η κυρά-Χριστίνα. «Ιντάξ, του πιδί ξιλουγιάσκι στην Σαλουνίκ’ κι τα φόρτουσι λίγου στα πετνάρια. Στάς να διούμε τι θα κατιβάς άμα τουν πάρου μι του καλό. Πιδί είνι, κάπου κι αυτό θέλ’ να ξισκάσ'. Κι να ιδεί κι αυτή η ζαβλακουμέν’ τι ιξτρίμ μάνα που είμι. Τουλάϊστον του καμάρι μ’ δεν ξιγουφιάζ τα κνέλια στου πνίξιμου.»


Τελικά, και οι δύο τους κατέβηκαν από το ταξί με το χαμόγελο της Τζιοκόντα. Μπορεί να το έκαναν με λάθος τρόπο και να το πίστεψαν για λάθος λόγο, αλλά είχαν συνειδητοποιήσει κάτι που τους έκανε να δουν τα πράγματα από μια πιο ευχάριστη οπτική γωνία.

Ότι υπάρχουν και χειρότερα.
http://theflyingdutchmanblog.blogspot.gr/search/label/Think%20More

Δεν υπάρχουν σχόλια :