Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Μεταξύ Ορόφων

Στην πολυκατοικία όπου μεγάλωσα είχαμε κι ένα ασανσέρ. Είχαμε δηλαδή πολλά πράγματα, αλλα είχαμε πρωτίστως και ασανσέρ. Όχι απο κείνα τα εξαντρίκ, με τις αυτόματες πόρτες και τα γυαλιστερά ίνοξ, με τα πλακάκια στο πάτωμα και τα προβολάκια στο ταβάνι, και τα κουμπιά τα αυτόματα που σε κάνουν να νομίζεις πως κάθονται και σκέφτονται που θες να πάς όσο κρατάει ο χρόνος που πάτησες το κουμπί μέχρι που ακούγεται το κλούκ και ξεκινάνε. Το δικό μας ασανσέρ δέ σκεφτόταν. Το δικό μας ασανσέρ τα είχε σκεφτεί όλα απο πρίν. Απλά, αποφάσιζε.

Ήταν ένα πολύ αποφασιστικό ασανσέρ. Με το που πατούσες το κουμπί, ακουγόταν ένας ήχος σαν σφυρί σε έδρα δημοπρασίας, απο κάπου ψηλά και βαθιά,  και ο όροφος που κέρδιζε ήταν πιά ο προορισμός σου. Μύριζε ξύλο που έχει ποτίσει γράσσο, ή γράσσο που έχει ποτίσει ξύλο, και ήταν εντυπωσιακά αθόρυβο για την ηλικία του, αν εξαιρέσουμε την στιγμή που ξεκινούσε. Έμοιαζε με το σκρίνιο της κυρίας Μέλπως που έμενε στον τελευταίο όροφο, όλο τζαμάκια και σκαλισμένα ξύλα, κι είχε περισσότερη πλάκα γιατί στο σκρίνιο της κυρίας Μέλπως δέν είχα μπεί ποτέ, ενώ στο ασανσέρ μπορούσα να μπαίνω όποτε ήθελα. Κι όχι μόνο να μπαίνω, αλλά να με πηγαίνει και βόλτες πάνω κάτω.


 Ήμουν αρκετά μικρός για να χωράω καί στα δύο, αλλά άν το καλοσκεφτείς, στο σκρίνιο είχε μόνο κάτι ποτήρια παλιά με ξεφτισμένα χρυσά σχέδια, και βάζω στοίχημα οτι θα ήταν πολύ βαρετά εκει μέσα, άσε που δέν είχε και τόσο χώρο. Και το σημαντικότερο, το σκρίνιο ήταν μπαστακωμένο στο σαλόνι της κυρίας Μέλπως, ενώ το ασανσέρ ήταν πιό ελεύθερο, κι άς ήταν περιορισμένο μέσα σ εκείνο το κλουβί του απο μεταλλικό πλέγμα. Και είχε και κάθισμα. Και κουμπιά. Δέν ήταν να απορεί κανείς που προτιμούσα το ασανσέρ. Μόνο που, όσο μικρός και να ήμουν, κι άς ήξερα να μετράω μόνο μέχρι πολύ πολύ λίγο, δέν μπορούσα να μήν παρατηρήσω κάτι πολύ παράξενο. Το ασανσέρ αυτό, είχε πιό πολλά κουμπιά απο ότι είχαμε εμείς ορόφους. Και συγκεκριμμένα, δεκατρία. Εμείς όμως ήμασταν μόνο τρείς όροφοι. Έλειπαν λοιπόν δέκα. Για κάποιον περίεργο λόγο, ήμουν ο μόνος που φαινόταν να προβληματίζεται με την διαφορά των κουμπιών και των ορόφων.  Όλοι οι υπόλοιποι δεν έδιναν δεκάρα. Εδώ που τα λέμε, τί πείραζαν μερικά παραπάνω κουμπιά; Άν ήταν λιγότερα, εντάξει. Θα είχαμε πρόβλημα. Τα περισσότερα, κανέναν δέν ενοχλούσαν. Μόνο εμένα. Δηλαδή, όχι ακριβώς με ενοχλούσαν, μονάχα με έκαναν να αναρρωτιέμαι, γιατί. 

Ενα άλλο πράγμα για το οποίο αναρρωτιόμουν, ήταν το τί ήταν παλιότερο, η πολυκατοικία ή το ασανσέρ. Το λογικό βέβαια ήταν να είναι το ίδιο παλιά και τα δύο, αλλά εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να αποφασίσω. Μιλάμε, ήταν πολύ παλιά πολυκατοικία, πιό παλιά νομίζω και απο τα τους γούνινους γιακάδες της θείας Ελένης, που μοιάζαν σά σκοτωμένες αλεπούδες και που μάλλον αυτό ακριβώς ήταν, και που εγώ τους έβλεπα να τους φοράει μόνο σε πολύ επίσημες γιορτές και βεγγέρες που είχαμε στο σπίτι. Εγώ τους έβρισκα τρομαχτικούς πολύ, γιατί είχαν και το κεφάλι και τα πόδια και όλα, και πεταχτά δόντια σαν διαφήμιση τερηδόνας, ακόμη και μάτια, κάτι μπιρμπιλωτά γυάλινα που νόμιζες πως σε κοιτούσαν έκπληκτα λές και σε ρωτούσαν "γιατί θέε μου βρίσκομαι σε αυτο το σβέρκο και έχω αυτό το ηλίθιο χαμόγελο;" ή λές και διάλεγαν κρέμμύδια απο τον πάγκο του μάνάβη κατα την διάρκεια διακοπής ρεύματος (τόσο γουρλωμένα ήταν), όπου κι άν πήγαινες μέσα στο δωμάτιο. Ευτυχώς που τους έβγαζε μαζί με το παλτό. Την έκαναν να μοιάζει πιό νέα, πίστευε μάλλον, για δυό λόγους. Πρώτον, επειδή τους είχε απο όταν ήταν νέα, και δεύτερον γιατί όταν ήταν νέα ήταν της μόδας, και αυτά τα δύο ήταν πρίν απο πάρα, μα πάρα πολύ καιρό. Όλους αυτούς τους συνειρμούς, μπορούσαν να τους κάνουν μόνο οι συνομήλικοί της, και η αλήθεια είναι πως δεν είχαν απομείνει και πολλοί. Αλλά αυτό ή δεν το ήξερε, ή το ήξερε και έκανε πως το είχε ξεχάσει.  

Ούτε πολλοί συνομήλικοι της πολυκατοικίας ή του ασανσέρ δεν πρέπει να είχαν απομείνει. Τόσο παλιά ήταν. Υποθέτω πως όταν οι γιακάδες της θείας ήταν ζωντανοί και έτρεχαν λαχανιάζοντας στα λιβάδια και τα δάση, ήταν και τα ξύλα του ασανσέρ, δέντρα ζωντανα με φύλλα και κλαδιά. Μάλιστα, όταν μας μάθαν στο σχολείο για το πως γίνονται τα ξύλα απο τα δέντρα, το είχα κάνει εικόνα στο μυαλό μου. Τους γιακάδες αλεπούδες να τρέχουν γύρω γύρω απο τα ξύλα που ήταν ακόμη δέντρα. Δεν μας είχαν πεί τίποτα για τις αλεπούδες που γίνονται γούνες, αλλά δεν ήμουν κι εντελώς ηλίθιος. Έτσι, σκεφτόμουν πως ίσως αυτά τα δυό να ήταν όντως συνομήλικα, κι ίσως κάποτε να γνωριζόντουσαν κιόλας. 

Στην γειτονιά μας είχε κι άλλες πολυκατοικίες συνομήλικες με την δική μας, αλλά απ' όσο θυμάμαι, καμία δεν είχε ασανσέρ. Όχι οτι δεν υπήρχαν ασανσέρ στην γειτονιά. Υπήρχαν. Αλλά σε πιό καινούριες οικοδομές, και αυτά, ήταν διαφορετικά. Έμοιαζαν πιό πολύ με σκέτες πόρτες παρά με ασανσέρ, γιατί δεν έβλεπες και τίποτα άλλο παρά τις πόρτες τους, και το μέσα τους όταν ήταν στον όροφο που βρισκόσουν. Ενώ στο δικό μας έβλεπες συνεχώς και το μέσα του, και το έξω του, καθώς ανεβοκατέβαινε μέσα σ ένα μάυρο κιγκλίδωμα που σου επέτρεπε να παρατηρείς όλες τις κινήσεις του. 

Και απο την άλλη, ήταν και ο θυρωρός, που φαινόταν να είναι πιο παλιός απο όλα. Αυτός έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα στο ισόγειο, που η πόρτα του ήταν σχεδόν δίπλα στην πόρτα του ασανσέρ. Φρόντιζε τα πάντα, αλλά πιό πολύ φρόντιζε το ασανσέρ. Δέν ξέρω άν αυτά τα πράγματα χρειαζόντουσαν να τα περιποιείσαι καθημερινά, όμως αυτός ασχολούνταν κάθε μέρα μαζί του για ώρα πολλή. Να είναι βουρτσισμένο το χαλί, καθαρά τα τζάμια, γυαλιστερά όλα τα μπρούντζα, να λαμποκοπάει ο καθρέφτης, ακόμη και το φωτιστικό της οροφής του που έμοιαζε με γυάλινο γλυκό αναποδογυρισμένο, έπρεπε να αστράφτει, και για λάμπες καμμένες ούτε λόγος. Όταν τελείωνε με όλα αυτά, δοκίμαζε τα κουμπιά που αντιστοιχούσαν στους ορόφους, να δουλεύουν καλά, και έφτανε μέχρι το τελευταίο πάτωμα. Απο εκεί, ανέβαινε με τα πόδια στο μηχανοστάσιο, που μόνο αυτός είχε το κλειδί της πόρτας του, που έμοιαζε, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια με είσοδο θησαυροφυλακίου. Αυτή την εντύπωση την είχα επειδή με την συμπεριφορά του και την επιμονή του να έχει μόνο αυτός το δικαίωμα να μπαίνει εκει μέσα, σου έδινε να καταλάβεις πως απο πίσω της κρυβόταν ολόκληρος θησαυρός, και απο την άλλη, ήταν πολύ μάυρη και πολύ χοντρή και πολύ σιδερένια, κι είχε και ένα κλειδί τεράστιο σαν γκουμούτσα. Καμιά φορά που τον παρατηρούσα να κάνει την δουλειά του, κρυφάκουγα μόλις έμπαινε μέσα μπάς και καταλάβω τί είδους συντήρηση έκανε κάθε μέρα, αλλά το μόνο που ακουγόταν ήταν ένας ήχος κροταλιστός λές και κουρντίζαν ένα μεγάλο ρολόι.  Ύστερα έβγαινε, κλείδωνε, και πάντα κατέβαινε με τα πόδια ώς το ισόγειο.

Μ' όλ' αυτά ίσως φανταστείτε πως ήταν κανένας φοβερός νοικοκύρης, αλλά η αλήθεια είναι οτι κατά τα άλλα η οικοδομή ήταν ένα σκέτο ερείπιο που έζεχνε ο βόθρος της και η φοβερή του μπόχα έφτανε μέχρι την ταράτσα. Ούτε σκούπιζε τα σκαλιά ποτέ, ούτε ξεσκόνιζε την κουπαστή της σκάλας, ούτε κάν τα πεσμένα γράμματα απο το πάτωμα δεν μάζευε. Για την ακρίβεια, μου φαινόταν πως ήταν ένας τεμπελχανάς που καταπιανόταν μονάχα με ότι του έκανε κέφι και για τα υπόλοιπα δε νοιαζόταν καθόλου. Μάλιστα ξέραμε πως κάποτε ήταν μεγάλος και τρανός αρχιτέκτονας ή μηχανικός ή καί τα δύο, αλλά τα είχε παρατήσει όλα για να έρθει και να γίνει θυρωρός μας και να αφήσει την οικοδομή να βρωμάει και το ασανσέρ να λαμποκοπάει. Κι άμα τον ρωτούσες, σου έλεγε όλο χαμόγελο: 
"Ε, η ζωή έχει τα πάνω της και τα κάτω της."

Παρ' όλο που φροντίδα του θυρωρού μας ήταν τέτοια που ήταν, στην πολυκατοικία μας κανείς δέν παραπονιόταν για τίποτα. Μπορώ να πώ μάλιστα, πως ήμασταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι, κι ακόμη κι όταν τα πράγματα δέν πήγαιναν και τόσο καλά, τελικά πήγαιναν. Μέσα σε τέτοιο κλίμα ευφορίας που μας έδερνε όλους, λίγο μας ενδιέφεραν οι σκόνες στα πατώματα και άλλα τέτοια καθημερινά. Μονάχα εγώ, μιά φορά που κόντευα να σκάσω απο την περιέργεια και δέν άντεχα άλλο να μήν μιλάω, τον ρώτησα γιατί δέν ασχολείται με τίποτα άλλο πέρα απο την φροντίδα του ασανσέρ. Εκείνος με κοίταξε με ύφος περισπούδαστο, και στην γυαλάδα του ματιού του είδα μιά σιγουριά που μ έκανε να πισωπατήσω λιγάκι καθώς τον άκουγα να μου λέει:
"Επειδή μικρέ μου, είναι πιό σημαντικό".
"Και τα κουμπιά; Γιατί έχουμε τόσα πολλά κουμπιά άμα δεν δουλεύουν;" Θυμήθηκα να ρωτήσω.
"Μα, φυσικά και δουλεύουν." 
Και λές και μου είχε λύσει όλες τις απορίες για τα πάντα και όλα, ενώ στην πραγματικότητα είχε κουβαριάσει την σκέψη μου οσο δεν πήγαινε, γύρισε και έφυγε. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που έκανα μετά απο αυτό, ήταν μπώ στο ασανσέρ και να δοκιμάσω να πατησω όλα τα κουμπιά με την σειρά, κάτι που  δεν είχα κάνει ποτέ, παρ' όλο που ήμουν διάολος σκέτος που δεν άφηνε ερώτηση για ερώτηση και εξερεύνηση για εξερέυνηση. Η σκέψη αυτή με εντυπωσίασε και έτσι εντυπωσιασμένος πάτησα το κουμπί με τον αριθμό ένα. Κλούκ, ακούστηκε απο ψηλά και βαθιά, και κάπου πίσω μου τα ξύλα έτριξαν ελαφρα καθώς ο θάλαμος κουνήθηκε και ξεκίνησε να ανεβαίνει. Δυο κλούκ αργότερα βρισκόμουν στον τρίτο. Πήρα μια βαθιά ανάσα και πάτησα κουμπί που έγραφε τέσσερα. Δέν έγινε τίποτα. Με κορόιδεψε ο παλιόγερος, σκεφτηκα. Πέμπτος. Πάλι τίποτα. Τα πάτησα όλα, αλλά το ασανσέρ έμενε εκεί ακίνητο και ξερό, εντελώς αδιάφορο για την αγωνία μου και την τσαντίλα μου. Εντάξει λοιπόν, πίσω στο σπίτι. Δεύτερος. Όλα τα σωστά κλούκ ακούστηκαν, κι όλα καλά πήγαιναν καθώς κατέβαινε ο θάλαμος και μαζί μ αυτόν κατέβαινα κι εγώ, μέχρι που όταν φτάσαμε στον δεύτερο, δέν σταμάτησε εκεί που έπρεπε. Συνέχισε να κατεβαίνει για λίγο, και μετά φράκαρε μεταξύ δυό ορόφων. 

Πάτησα τέτοιες τσιρίδες, που πρέπει να ακούστηκα μέχρι τον λευκό πύργο. Καθώς έσκουζα απο τρομάρα βγάζοντας έναν ήχο τόσο φρικαλέα απεγνωσμένο που με δυσκολία θα μπορούσα να πιστέψω οτι έβγαινε απο το δικό μου το λαρύγγι, σκεφτόμουν με αβυσσαλέα αγανάκτηση τον αναθεματισμένο γέροντα που όλο το γυάλιζε και το πασπάτευε το ρημάδι, και νά σου τώρα εγώ κολλημένος μέσα εδώ να γκαρίζω να έρθει κάποιος να με σώσει με τις φλέβες στον λαιμό μου να πετάγονται και την καρδιά μου να σφυροκοπάει και το μούτρο μου να είναι κόκκινο σα βραστό καβούρι, ενώ λίγη ώρα πρίν ήμουν μιά χαρά ήρεμος και ασφαλής. Και κουφοί να έμεναν στην πολυκατοικία, τα ωστικά κυματα φρίκης που εξέπεμψα σίγουρα θα τους ξεκούναγαν απο τις πολυθρόνες τους. Αντί για τους υποθετικούς κουφούς, μετά απο ένα δυο λεπτά που εμένα μου φάνηκαν βδομάδες, ήρθε ο πατέρας μου, αφού η πόρτα του διαμερίσματος μας ήταν πιό κοντά στο σημείο όπου είχα φρακάρει. Μόλις τον είδα ηρέμησα μονομιάς, κι η αλήθεια είναι πως ήταν ένας τόσο γαλήνιος άνθρωπος, που ακόμη και σε καταστάσεις τέτοιες, σου μετέδιδε αμέσως ένα συναίσθημα σα πουπουλένιο μαξιλάρι που κάποιος το βάζει κάτω απο το κεφάλι σου. Μου είπε να μην ανησυχω και να μην στενοχωριέμαι, κι εγώ τον ακουσα πνίγοντας μερικούς καθυστερημένους λυγμούς. Κατέβηκε να φωνάξει τον θυρωρο για να με βγάλουν, αλλά μετά απο λίγο ανέβηκε μόνος του και μου είπε πως δέν είναι στο σπιτι του. Μα, δεν τελείωνουν τα βάσανα που μου προκάλεσες πιά, βρωμόγερε;, σκέφτηκα. 

Όσο περιμέναμε να επιστρέψει, γιατί ποτέ δεν έλειπε για πολλή ώρα απο το κτίριο, όπως με διαβεβαίωσε ο πατέρας μου, κάθισε απ έξω και μου έκανε παρέα λέγοντας μου διάφορα πράγματα για να με κρατάει ήρεμο. Ένα απο αυτά τα διάφορα, ήταν πολύ σχετικό με την περίπτωση. Οι γονείς μου, όπως αποδείχτηκε είχαν γνωριστεί στο ίδιο ασανσέρ, σ' αυτό το ίδιο κτίριο, όταν μια φορά αυτό πείσμωσε με τον ίδιο τρόπο και φράκαρε μεταξύ των ίδιων ορόφων. Και τότε έτυχε να λείπει ο θυρωρός, και όση ώρα έμειναν εκει μέσα κλεισμένοι, φαίνεται πως την αξιοποήσαν όσο πιό δημιουργικά μπορούσαν. 

Ήχος απο βήματα που ανέβαιναν την σκάλα μας επανέφερε στην πραγματικότητα, αλλά δεν ήταν ο θυρωρός. Ηταν ο γείτονάς μας, ένας χοντρός μανάβης που είχε το μαγαζί του στον παραδίπλα δρόμο. Μας είπε να μην ανησυχούμε γιατί δεν κινδυνεύω, κάτι που βέβαια το είχαμε θεμελιώσει ήδη, αλλά αυτό που δεν είχαμε θεμελιώσει ήταν πως κι αυτός είχε κάποτε κλειστει εκει μέσα. Ήταν βέβαια χοντρός και ίσως αυτό έφταιγε που το παλιό ασανσέρ γονάτισε προσπαθώντας να τον ανελκύσει απο τα βάθη του ισογείου στον δεύτερο, μας είπε, αλλά αυτός ο εγκλωβισμός ήταν απο τα καλύτερα πράγματα που το είχαν συμβεί. Χρησιμοποιούσε τέτοιες περίτεχνες λέξεις όλη την ώρα, γιατί παρ' ότι ήταν μανάβης, διάβαζε πολύ για να μπορεί να συζητάει με την γυναίκα του που ήταν φιλόλογος. Αλλά αυτό το ξέραμε ήδη. Αυτό που δεν ξέραμε, ήταν οτι την είχε γνωρίσει εκείνη την ημέρα που είχε κλειστεί στο ασανσέρ. Φαίνεται οτι είχε μπήξει χειρότερες φωνές απο 'μενα, γιατί τον άκουσε μια κοπέλα που περνούσε απο έξω και μπήκε να τον βοηθήσει. Όση ώρα περίμεναν τον θυρωρο να γυρίσει, που έτυχε να λείπει εκείνη την ώρα, ήρθαν φαίνεται πιό κοντά, κι άς ήταν χοντρος και μανάβης. Τί σύμπτωση, είπε ο πατέρας μου, που του διηγήθηκε την δική του ιστορία.
"Αλήθεια λέτε;" Απάντησε εκείνος. "Και νόμιζα πως μόνο εμείς και η κυρία Μέλπω με τον σύζυγό της οφείλαμε την ευτυχία μας στα τερτίπια αυτού του ανελκυστήρα."
Και μ' αυτή την δήλωση, μου χαμογέλασε και μπήκε στο διαμέρισμά του. 

Κι άλλος ήχος απο βήματα, καθώς κοιταζόμασταν με τον πατέρα μου χωρίς να ξέρουμε αν έπρεπε να χαμογελάσουμε η να γελάσουμε, κι αυτή την φορά επι τέλους ήταν ο θυρωρός.
"Τι έγινε μικρέ; Πάτησες κανένα κουμπί που δεν έπρεπε;" Μου είπε τρόπο που μου φάνηκε οτι είχε κάποιο νόημα. 
Έβγαλε ένα μαραφέτι σε σχήμα τάφ απο την τσέπη του, και μ αυτό άνοιξε την σιδερένια πόρτα χώνοντάς το σε μια εσοχή. Με σήκωσε και με έβγαλε έξω, τίναξε κάτι φανταστικές σκόνες απο πάνω μου και με διαβεβαίωσε πως αυτό το πράγμα ήταν αθάνατο και πως δεν είχα κινδυνέψει ούτε στιγμή. Αυτός ο ίδιος το είχε εγκαταστήσει, μας είπε, και το ήξερε καλά.
"Απλά, καμιά φορά, κάνει τα δικά του" πρόσθεσε.
"Εσεις το εγκαταστήσατε;" Απόρησε ο πατέρας μου. "Και τότε πώς..."
"Πώς έγινε και είμαι ο θυρωρός,ε;" τον πρόλαβε.
"Ακριβώς"
"Ερωτεύτηκα, αγαπητέ μου, ερωτεύτηκα. Την κόρη του θυρωρού."

Δεν χρειάζεται να σας πώ τί μάθαμε όταν ρωτήσαμε τους υπόλοιπους ενοίκους για το πώς γνωρίστηκαν με τις γυναίκες τους. Ούτε χρειάζεται πολλή φαντασία για να το μαντέψετε. Το σίγουρο είναι πως σήμερα, οι πολυκατοικίες δέν έχουν πιά θυρωρούς. Μπορεί το ασανσέρ να ήταν αθάνατο, αλλά ο θυρωρός δεν ήταν, κι έτσι όταν πέθανε, απλά κάποιος ανέλαβε τα πιό σημαντικά καθήκοντά του. Αυτός ο κάποιος βέβαια, ήμουν εγώ. Δέν θα σας πώ τί ακριβώς κάνω στο μηχανοστάσιο. Θα σας πώ μόνο πως όταν ερωτευτώ, θα φροντίσω να κλειστώ ή να κλειστεί στο ασανσέρ. Μπορεί η ζωή να έχει τα πάνω της και τα κάτω της, αλλά σημασία έχει, τί κάνουμε στο ενδιάμεσο.

http://theflyingdutchmanblog.blogspot.gr/search/label/Love%20Affairshttp://theflyingdutchmanblog.blogspot.gr/search/label/Be%20Entertained





Δεν υπάρχουν σχόλια :