Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Any Given Sunday



Έκλεισα την πόρτα του διαμερίσματός μου και βγήκα στον αεροδιάδρομο απογείωσης της πολυκατοικίας με προορισμό την πιο κοντινή έξοδο, ενώ μες στο παραλήρημα έβλεπα ανύπαρκτες αεροσυνοδούς με πορτοκαλί σωσίβια και μάσκες στο πρόσωπο να κουνάν πέρα δώθε τα χέρια τους δείχνοντας προς την σκάλα. Στόχος μου ένας και μοναδικός, να κατευνάσω τους άνεμους που από ώρα έπνεαν στο στομάχι μου, αποτέλεσμα εν μέρει της λαιμαργίας μου και εν μέρει της καλής μου ανατροφής, μετά από ένα βασανιστικό τελετουργικό στο οποίο συμμετείχα εγώ, ένα κουτάλι του γλυκού και μία μερίδα κρέμ καραμελέ. Ειλικρινά δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να κατασκευαστεί ένα τέτοια γαστριμαργικό τερατούργημα από μία συνταγή που αποτελείται από τα θεμελιώδη υλικά της Βεφαλεξιαδολογικης τέχνης, δηλαδή γάλα, αυγά, ζάχαρη και βανίλια.

Ε, πού να φανταστώ, όταν μου πρότεινε το αμόρε μου να φτιάξει κρέμ καραμελέ ότι θα βίωνα μία τέτοια τραυματική εμπειρία; Κυριακή είναι, μου είπε, έχω χρόνο να σου φτιάξω κάτι να σε γλυκάνω. Λες και τις άλλες μέρες πνιγόταν στις δουλειές και τα μαθήματα.
Μπήκε στην κουζίνα, έκλεισε και την πόρτα, είτε για να εντείνει την αγωνία μου είτε για να μην αποκρυπτογραφήσω την διαδικασία και τα μυστικά του τελετουργικού, ή ακόμα για να μην δω το χάλι που θα προέκυπτε σαν αποτέλεσμα της πρωτοφανούς αυτής δραστηριότητας σ ένα δωμάτιο που συνήθως εκτελούσε χρέη αποθηκευτικού χώρου για κουτιά πίτσας, και εγώ κάθισα στο ξεχαρβαλωμένο πούφ να περιμένω το λαχταριστό, όπως νόμιζα εκείνη την ώρα ο ανόητος, αποτέλεσμα. Από μέσα ακουγόταν περίεργοι ήχοι που ενέτειναν όλο και περισσότερο την αγωνία μου.


Κρατς κρούτς, ένα σακουλάκι άνοιξε και εγώ προσπάθησα να φανταστώ τι χρώμα μπορεί να ήταν η σκόνη που περιείχε, πώς άραγε να μύριζε και πόση από αυτήν έπεσε στον πάγκο ή στο πάτωμα, κρίνοντας από τα ψιθυριστά βρισίδια που ακολούθησαν. Ντουλάπια ανοιγόκλεισαν περισσότερες φορές από το αναμενόμενο, και σκέφτηκα ότι μάλλον ούτε καν ήξερε που βρισκόταν τα πιάτα, τα μπολάκια, τα χτυπητήρια, το μιξεράκι, τα πιρούνια, οι πετσέτες, το χαρτί και το άζαξ, και η σειρά αποκρυπτογράφησης των ήχων με έκανε να υποψιαστώ ότι τα πράγματα ίσως δεν πήγαιναν και τόσο καλά μέχρι στιγμής. Ακολούθησε μία μικρή σιωπή, κατά τη διάρκεια της οποίας έκανα να σηκωθώ για να πάω να ελέγξω την πρόοδο των εργασιών, αλλά την παρόρμησή μου διέκοψε ο ήχος από το μιξεράκι του φραπέ σε δοκιμαστικούς ρυθμούς στροφών. Θεέ μου, αναστέναξα και προς στιγμήν δοκίμασα να μαντέψω τι σχεδιάκια θα σχημάτιζαν οι πιτσιλιές στους τοίχους. Τα χέρια μου είχαν αρχίσει να ιδρώνουν από την προσμονή, και καθώς άκουγα το ψυγείο να ανοιγοκλείνει άπλωσα το χέρι μου να ανοίξω το ραδιόφωνο. Τουλάχιστον να μην ακόυω τι γίνεται, το αποτέλεσμα μετράει, είπα από μέσα μου ή σχεδόν φωναχτά. Πριν αγγίξω το κουμπί όμως, ήχοι από κιθάρα και μία φωνή τσιριχτή και λίγο παιδική άρχισαν να δραπετεύουν από την κλειδαρότρυπα και τις χαραμάδες της πόρτας της κουζίνας, εμποδίζοντάς με να αποκρυπτογραφήσω την συνέχεια όσων διαδραματιζόταν πίσω από αυτή. Τουλάχιστον με σκέφτεται, είπα, και χαλάρωσα ρίχνοντας όλο μου το βάρος στο στρουμπουλό και φιλόξενο πούφ μου.


Φαίνεται ότι ο Ζακ Στεφάνου επέδρασε νανουριστικά στην αγωνιούσα για την έκβαση του πειράματος ψυχική μου κατάσταση, και βρέθηκα να γέρνω στον τοίχο ροχαλίζοντας με τα σάλια να τρέχουν όχι από ανυπομονησία του ουρανίσκου, αλλά από την κλίση του κεφαλιού μου ως προς την κατακόρυφη ευθεία γενικότερα, όταν ξύπνησα από πνιχτά γελάκια και την είδα να έρχεται με το αριστούργημα ολοκληρωμένο να ταλαντεύεται, όχι ακριβώς όπως στις διαφημίσεις, σ ένα σιέλ πιατάκι με κίτρινα λουλουδάκια διαλεγμένο ειδικά, όπως φαίνεται, για την περίσταση. Ένα μαστουρωμένο από τον λήθαργο χαμόγελο και ένα αγελαδινό βλέμμα εμφανίστηκε στο πρόσωπό μου, καθώς άπλωνα τα χέρια μου να αδράξω την ευκαιρία και το κουταλάκι που ακουμπούσε στο πλάι του κιτρινωπού όγκου.

Εκείνη κάθισε απέναντί μου και περίμενε χαμογελώντας καρτερικά, δαγκώνοντας τα νύχια της, να βάλω το κομματάκι που μόλις είχα αποκόψει από το δημιούργημά της στο στόμα μου. Σαν τολμηρό παιδί που είμαι, εξαφάνισα την παρθενική κουταλιά μονομιάς και την κατάπια ενώ από το στόμα μου προεξείχε ακόμα η λαβή του κουταλιού. Μία απίστευτη ξινίλα στρατοπέδευσε στην γλώσσα μου, ένα κύμα αλμυρού πολτού άρχισε να κάνει άλμα εις βάθος στο λαρύγγι μου και κρύος ιδρώτας μου γαργάλησε τη ραχοκοκαλιά. Τα μάτια μου γούρλωσαν στιγμιαία και ανακάθισα σαν συγκαμένος. Έκανα τρομερές προσπάθειες να καταπιώ όλη την ποσότητα του αγνώστου ταυτότητος φαγώσιμου που με είχε αναστατώσει τόσο, και ακόμα μεγαλύτερες για να συγκαλύψω τον τρόμο που με είχε κυριεύσει.


Μπροστά μου ορθωνόταν μία δίχρωμη μάζα που παλλόταν απειλητικά σε κάθε κίνηση του χεριού μου και που περίμενε να την φιλοξενήσω στο, απ ότι προδιαγραφόταν, ταλαίπωρο στομάχι μου. Χαμογέλασα σαν χάχας προσπαθώντας να βγάλω το μεταλλικό όργανο βασανιστηρίων από το στόμα μου ενώ ταυτόχρονα το κρατούσα σφιχτά με τα δόντια μου. Φαίνεται πως αυτή εξέλαβε όλες αυτές τις αντιδράσεις ως εκδηλώσεις γευστικής νιρβάνα, και έβγαλε μία κραυγούλα ενθουσιασμού χτυπώντας τα χέρια της ελαφρά μπροστά στο πρόσωπό της. Τότε ήταν που το πήρα απόφαση πως έπρεπε να κάνω την καρδιά μου πέτρα και το στομάχι μου φιόγκο, και να εξακολουθήσω το μαρτύριο της γευστικής στείρωσης που είχα μόνος μου επιλέξει να βιώσω. Καθώς συνέχιζα να τρώω, τα μάτια μου δάκρυζαν και κάθε φορά που κατάπινα κόντευα να πάθω ολόκληρος κράμπα, ενώ κοιτούσα συνεχώς το πάτωμα ψάχνοντας να βρω κάτι που ακόμα δεν έχω προσδιορίσει τι μπορεί να ήταν, ή ελπίζοντας να απλώσουν τα σανίδια την στοργική αγκαλιά τους και να με καταπιούν επί τέλους.


Η αιωνιότητα που σίγουρα κράτησε όλο αυτό το μονόπρακτο τελείωσε μετά από 12 γήινα λεπτά κατά τα οποία εκείνη δεν έπαψε στιγμή να με κοιτάει καθισμένη απέναντί μου, την ίδια ακριβώς στιγμή που η γλάστρα με τον ατροφικό φίκο δίπλα στον ιδρωμένο μου αστράγαλο που ποτέ δεν συμπάθησα και φυσικά ποτέ δεν πότιζα φαινόταν πιο χρήσιμη, όμορφη και αγαπημένη από ποτέ. Αλλα ταυτόχρονα τόσο μακρινή και απρόσιτη, με τα σαφρακιασμένα της φύλλα να κρέμονται σαν νεκρά χέρια που αν ζούσαν θα μπορούσαν να αποκρύψουν την ποσότητα κρέμας καραμελέ που μου απόμενε να καταβροχθίσω. Ως εκδήλωση του άκρου άωτου του μαζοχισμού,μόλις τελείωσα σαν καλό παιδί το φαγητό μου, την ευχαρίστησα για το υπέροχο, γευστικότατο και σπάνιας τέχνης γλυκό που με τόσο κόπο μου είχε ετοιμάσει, και προσπάθησα να σκεφτώ μία δικαιολογία για να βγώ έξω, έξω έξω έξω στον καθαρό αέρα. Πήγα να μιλήσω, αλλά αντί για λέξεις από το στόμα μου βγήκε μία άναρθρη ακολουθία φωνηέντων, αποτέλεσμα της ανείπωτης ευτυχίας μου εν όψει της προοπτικής ότι θα δραπέτευα από το θάλαμο βασανιστηρίων. Με τη δεύτερη προσπάθεια τα κατάφερα, και προφασιζόμενος πως δεν έχω τσιγάρα, τινάχτηκα σαν ελατήριο προς την εξώπορτα. Περνώντας απο το διάδρομο το μάτι μου φευγαλέα έπεσε στον πάγκο της κουζίνας, και μπόρεσα να διακρίνω ένα καφεκόκκινο ξεραμένο πολτό δίπλα στο νεροχύτη, στο ντουλάπι από κάτω και στο πάτωμα και που μάλλον ήταν καραμέλα που δραπέτευσε από το τηγάνι, ή το μαύρο δάκρυ του φαντάσματος του αρχικού εμπνευστή της συνταγής.


Κατεβαίνοντας με τις σκάλες, για να μπορώ να νοιώθω όλο και πιο κοντά μου την έξοδο, άρχισα να ξεπερνάω το αρχικό σόκ και να νοιώθω πιο ανάλαφρος. Βγαίνοντας από την οικοδομή για πρώτη φορά η τύχη μου χαμογέλασε ανέλπιστα, προς έκπληξη και απορία μου. Ένα σακουλάκι από χαρτομάντιλα, με το διάφανο πλαστικό του να αποκαλύπτει κόκκινα και γαλάζια χαρτιά με τους αριθμούς 10 και 20 και το σήμα του ευρώ λιαζόταν ακουμπισμένο στο τελευταίο σκαλοπάτι της εισόδου, σαν να περίμενε καρτερικά να με αποζημιώσει, έστω και εν μέρει, για τα δεινά που μόλις είχα περάσει. Δίχως άλλη σκέψη έσκυψα και το μάζεψα, για να σιγουρευτώ ότι το περιεχόμενό του ήταν όσο ευχάριστο είχα υποθέσει την στιγμή που το πρωτοείδα. Εκτός από τα χαρτονομίσματα περιείχε και μερικά κέρματα, φτάνοντας στο σύνολο λίγο κάτω από τα 50 ευρώ. Δεν πρόλαβα να απολαύσω την καλή μου τύχη, γιατί την επόμενη στιγμή με την άκρη του ματιού μου είδα ένα πιτσιρίκι, θα ‘ταν δε θα ‘ταν 8-9 χρονών, να στρίβει από την γωνία κοιτάζοντας το έδαφος με ερευνητική αγωνία. Κρατούσε στα χέρια του μία γαλάζια σακούλα γεμάτη χαρτομάντιλα που την ταλάντευε πέρα δώθε με κοφτές κινήσεις. Καθώς πλησίαζε προς το μέρος μου, άκουγα όλο και πιο καθαρά το σιγανό του κλάμα να διακόπτεται από μικρούς αναστεναγμούς αναπνοής. Έψαχνε κλαίγοντας κάτι το οποίο δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι κρατούσα στα χέρια μου. Έκρυψα το σακουλάκι πίσω από την πλάτη μου και πλησίασα αργά αργά το παιδί. Εκείνο συνέχισε να κλαίει και να ψάχνει.


«Γιατί κλαις μικρέ;».
Σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε με παράπονο.
«Έχασα τα λεφτά μου…» ψέλλισε.
«Ε, εντάξει, μην κάνεις έτσι όμως»
«Ναιιιιι……να μην κάνω έεεετσι……αφού τα έχασα σου λέω!»επέμεινε εκείνο.
«Μην κλαις βρε χαζό, εδώ εμείς, κρέμ καραμελέ φάγαμε και δεν κλαίμε»


Σήκωσε πάλι το βλέμμα του και με κοίταξε γλαρώνοντας το ένα του φρύδι και στα μάτια του γυάλισε η προσπάθεια να καταλάβει τι βλακείες του έλεγε αυτός ο μυστήριος άνθρωπος που είχε μπροστά του. Και τότε αποφάσισα να κάνω για μια φορά και ‘γω, μία πράξη της προκοπής και να του χαρίσω μία σημαντικότατη συμβουλή που ξαφνικά ήμουν σίγουρος πως θα έλυνε όλα τα προβλήματα που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε μεγαλώνοντας σ αυτή την κοινωνία. 

«Ορίστε τα λεφτά σου, τα βρήκα εγώ πριν από λίγο. Πάρ’ τα και πήγαινε να αγοράσεις ένα βιβλίο μαγειρικής» του είπα χαμογελώντας με βλοσυρό ακαδημαϊκό ύφος, που αυτό όμως δεν πρόσεξε γιατί αμέσως το πρόσωπό του φωτίστηκε και τα μάτια του καρφώθηκαν στο σακουλάκι με το μέχρι εκείνη τη στιγμή ξεγραμμένο κομπόδεμά του. Το επόμενο δευτερόλεπτο τα χέρια του πετάχτηκαν σαν αρπάγες και άρπαξαν το σακουλάκι με τα χρήματα. Μου έδωσε μία κλωτσιά στο καλάμι και άρχισε να τρέχει φρενιασμένα ανάμεσα στους αποχαυνωμένους από την ρουτίνα περαστικούς. Βλέποντάς το να εξαφανίζεται στη γωνία, αποφάσισα στο εξής να ποτίζω πιο τακτικά την γλάστρα μου.

http://theflyingdutchmanblog.blogspot.gr/search/label/Be%20Entertained

Δεν υπάρχουν σχόλια :